Η υφαρπαγή των κοινών της πόλης μέσω χωρικών και θεσμικών ρυθμίσεων

Αποψεις

του Λουκά Τριάντη

Το «κυβερνητικό πάρκο» ως παράδειγμα ανατροπών για την πόλη και το σχεδιασμό[1]

Η διάβρωση της κεντρικότητας της πόλης ως υφαρπαγή

Η εξαγγελία της ελληνικής κυβέρνησης για τη δημιουργία ενός «κυβερνητικού πάρκου» στις εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ στο Δήμο Δάφνης-Υμηττού προβλέπει τη σαρωτική μεταστέγαση όλων των υπουργείων που παραμένουν στο  κέντρο της Αθήνας – πλην ενός –, μαζί με την Προεδρία της κυβέρνησης και κάποιους φορείς του δημοσίου. Με άλλα λόγια, προωθεί την οριστική απομάκρυνση του διοικητικού κέντρου της Ελλάδας από το κέντρο της Αθήνας – και εκτός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αθηναίων – για πρώτη φορά από την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το 1834. Δηλαδή από ένα κέντρο πόλης που αναπτύχθηκε στην ίδια θέση – και ως συνέχεια – της αρχαίας πόλης, με καθοριστική σημασία για την ιδεολογική, κοινωνική και ταυτοτική συγκρότηση τόσο της ίδιας της πόλης όσο και της Ελλάδας ως επικράτεια και ως κοινωνία, αλλά και των σχέσεών τους με τον κόσμο. Γενεαλογικά, η εξαγγελία αποτελεί συνέχεια ρητών ή άρρητων χωρικών πολιτικών αποκέντρωσης – της μεταποίησης, της κατοικίας, των πανεπιστημίων, της επιτελικής διοίκησης, του χρηματιστηρίου, πόλων της πνευματικής ζωής και του πολιτισμού – που κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και σε συνάρτηση με ευρύτερες παραγωγικές αναδιαρθρώσεις, διαβρώνουν την κεντρικότητα της πόλης και ωθούν το κέντρο της Αθήνας προς μια κρίσιμη μετατόπιση: από ένα πολυλειτουργικό και, εκ των πραγμάτων, κοινωνικά πολυσυλλεκτικό κέντρο προς ένα περισσότερο μονολειτουργικό, θεματοποιημένο και κοινωνικά ομογενοποιημένο κέντρο τουρισμού και αναψυχής.[2]

Η συζήτηση για το «κυβερνητικό πάρκο» εμπεριέχει πολλές πτυχές, κάποιες από τις οποίες έχουν ήδη αναδειχθεί: η απαξίωση του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας-Αττικής ως υπερκείμενου πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού όπου η τόνωση της κεντρικότητας προβάλλει ως στρατηγική επιλογή, με ρητές αναφορές στη διατήρηση του ρόλου του κέντρου της Αθήνας «ως τόπου συμπύκνωσης των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών»· ο παραγκωνισμός της τοπικής αυτοδιοίκησης, των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και της δημόσιας διαβούλευσης· η αμφίβολη καταλληλόλητα της ίδιας της χωροθέτησης και η εκτίμηση των δυσμενών περιβαλλοντικών, πολεοδομικών και κυκλοφοριακών επιπτώσεων· οι οικονομικές επιπτώσεις του εγχειρήματος, λαμβάνοντας υπόψη πέρα από το δημοσιονομικό κόστος, τους όρους της σύμπραξης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τους όρους αξιοποίησης των ακινήτων του δημοσίου· το νόημα ενός τέτοιου εγχειρήματος σε μια συγκυρία όπου οι νέες τεχνολογίες και τα καθεστώτα (τηλε-)εργασίας ανατρέπουν τα μέχρι τώρα δεδομένα κ.α.

Η στρατηγική, επιλεκτική στόχευση του εγχειρήματος στο κέντρο της Αθήνας γεννά ένα κρίσιμο αρχικό ερώτημα: «τι θα αφήσει πίσω;» Πώς αποτιμώνται οι επιπτώσεις της αποψίλωσης χιλιάδων θέσεων εργασίας, δουλειών και μετακινήσεων για τις οικονομίες κλίμακας και όλα τα συνοδά προς την επιτελική διοίκηση πλέγματα χρήσεων και δραστηριοτήτων, αλλά και για το χαρακτήρα των περιοχών γύρω από τις πλατείες Συντάγματος, Κλαυθμώνος, Κάνιγγος, Βάθης, τα Εξάρχεια; Πώς αποτιμώνται τα άμεσα και έμμεσα «κενά» που δημιουργούν οι αποκεντρώσεις στο κέντρο πόλης, καθώς και οι σχετικές εμπειρίες των προσπαθειών αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα;

Το «κυβερνητικό πάρκο» παρουσιάστηκε ως «μεγάλη μεταρρύθμιση», ως δημοσιονομικός και λειτουργικός εξορθολογισμός της διοίκησης αλλά και ως ένα «εμβληματικό έργο που θα αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του κέντρου της Αθήνας (…) απελευθερώνοντας πολλά ακίνητα».[3] Ποια είναι, λοιπόν, η επιδιωκόμενη «ριζική αλλαγή»;

Η αλλαγή αυτή φαίνεται να συναρτάται με μια καταλυτική επιτάχυνση των κινήσεων της εγχώριας ή/και παγκοσμιοποιημένης κτηματαγοράς και, ειδικότερα, με τις διαδικασίες τουριστικοποίησης του κέντρου της Αθήνας που ωθούν προς τη μονοκαλλιέργεια χρήσεων συναφών με τον τουρισμό. Από στοιχεία που δημοσιεύονται (λ.χ. ΙΝΣΕΤΕ, Inside Airbnb)[4] προκύπτει ότι οι διαδικασίες αυτές έχουν εντατικοποιηθεί ιδιαίτερα κατά την τελευταία πενταετία, ενώ μοιάζουν να συνεχίζονται παρά τις ανατροπές της πανδημίας και τη συνειδητοποίηση (;) της τρωτότητας της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού. Βέβαια, η αλλαγή αυτή έρχεται εκ των πραγμάτων να συναρτηθεί με την ιδιαίτερη κεντρικότητα της Αθήνας, όπως έχει συγκροτηθεί ιστορικά και κοινωνικά από τον 19ο αιώνα. Δηλαδή με ένα κέντρο πόλης όπου διαχρονικά διαπλέκεται η ιστορία με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή και τις πολλαπλές καθημερινότητες σε μια μικρή κλίμακα και ένα «μωσαϊκό υποπεριοχών», πολλαπλών λειτουργιών και κοινωνικά διαβαθμισμένων. Αλλά και ένα κέντρο ως προνομιακό τόπο συνάντησης, «συγ-κέντρωσης» και έκφρασης της κοινωνίας των πολιτών με όλες τις εκφάνσεις, από τη συνέργεια ως την αμφισβήτηση και τη σύγκρουση – άρα ως ένα οιονεί πεδίο κοινωνικής συνοχής, καταστατικά σημαντικό για ένα δημοκρατικό καθεστώς.[5]

Υποστηρίζουμε ότι, ευρύτερα, αυτή η «ριζική αλλαγή» μοιάζει να συνυφαίνεται με μια περαιτέρω διάβρωση και μετάλλαξη της κεντρικότητας της πόλης. Δηλαδή – με όρους που είχε χρησιμοποιήσει ο Henri Lefebvre[6] – της κεντρικότητας ως συστατικό στοιχείο της (δυτικής) ευρωπαϊκής πόλης και της αστικής ζωής, ή αλλιώς του «αστικού». Μέσα από τη συνεχή μετατροπή αξιών χρήσης σε ανταλλακτικές αξίες, η κεντρικότητα τείνει να αποκτά όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός τόπου κατανάλωσης, που ισοδυναμεί και με μια «κατανάλωση του τόπου». Τη μετατόπιση από την πόλη/συλλογικό έργο προς την πόλη/εμπόρευμα ο Lefebvre θεωρούσε ως διαλυτική για την πόλη και ταυτόχρονα γενεσιουργό του αιτήματος για το «δικαίωμα στην πόλη». Για αυτές τις διαδικασίες μετάλλαξης ενός τόπου, καταλυτικό ρόλο μπορεί να επιτελεί ο τουρισμός. Από την οπτική αυτή, μπορούμε να κατανοήσουμε το εξαγγελλόμενο «κυβερνητικό πάρκο» ως μια οιονεί υφαρπαγή ενός άυλου κοινού αγαθού: του κοινού της πολυλειτουργικής και κοινωνικά πολυσυλλεκτικής κεντρικότητας. Και, ταυτόχρονα, του άυλου αγαθού της οργανικής σύνδεσης της κοινωνίας και της σημερινής ζωής με την ιστορία, μέσω της αποστέρησης ενός «δικαιώματος» στην ιστορία και την κληρονομιά της πόλης, και της υπονόμευσης ατομικών προσλήψεων και συλλογικών φαντασιακών.

Οι σύνθετες διαδικασίες διάβρωσης της κεντρικότητας εμπεριέχουν πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές διαστάσεις, συμβολικές αλλά και πολύ υλικές. Συντελούνται σταδιακά, επιδιώκονται συστηματικά και μπορούν, ενδεχομένως, εκ των υστέρων να γίνουν κατανοητές ως υφαρπαγή.[7] Πώς όμως νομιμοποιούνται θεσμικά οι πολιτικές και οι σχεδιασμοί για την πόλη; Και πώς νομιμοποιείται κοινωνικά μια αστική παρέμβαση να υφαρπάξει το «κοινό» της κεντρικότητας της πόλης;

Υπονομεύοντας την πόλη / Δήμο;

Στην τρέχουσα συγκυρία της πανδημίας, μαζί με το «κυβερνητικό πάρκο» προωθείται μια σειρά από αστικές παρεμβάσεις για την Αθήνα, πολύ διαφοροποιημένες μεταξύ τους: μεγάλης κλίμακας χώροι εμπορίου, τουρισμού, αναψυχής, αθλητισμού, γραφεία, παρεμβάσεις σε δημόσιους και πράσινους χώρους και μνημειακά σύνολα κ.α. Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τις παρεμβάσεις αυτές ως χωρικές/θεσμικές ρυθμίσεις στην επαύριο της δεκαετούς «μνημονιακής περίοδου» και των εντατικών «μεταρρυθμίσεων» των «προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής». Μεταξύ άλλων, η πληθώρα των θεσμικών ρυθμίσεων κατά τη «μνημονιακή περίοδο» αφορούσε και το σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη διακυβέρνηση της πόλης, ως συνέχεια και επιτάχυνση χωρικών/θεσμικών ρυθμίσεων της προγενέστερης «ολυμπιακής περιόδου». Πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα ειδικά εργαλεία  σχεδιασμού, μεταξύ άλλων τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΕΠΣ), τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ), τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ), το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) για το Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού-Αγ.Κοσμά κ.α.

Προτάσσοντας κυρίως αναπτυξιοκρατικούς και δημοσιονομικούς στόχους, αυτές οι χωρικές/θεσμικές ρυθμίσεις και τα εργαλεία μπορούν να γίνουν κατανοητές μέσα από το εννοιολογικό πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού – δηλαδή των λόγων, πολιτικών και ρυθμίσεων που ωθούν διαρκώς προς την ιδιωτικοποίηση, την εμπορευματοποίηση και την εμπέδωση της νοοτροπίας της αγοράς σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής. Ή, με άλλους όρους, που ωθούν προς την αποστέρηση, περίφραξη, υφαρπαγή των κοινών στην πόλη μέσα από τη συνεχή μετατροπή αξιών χρήσης σε ανταλλακτικές αξίες.

Αν ανατρέξουμε στο εννοιολογικό πλαίσιο των «κοινών» και δεχτούμε ότι αυτά αναφέρονται σε κοινούς πόρους, κοινές διαδικασίες και κοινότητες που τα δημιουργούν και τα διατηρούν[8] μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι μια σειρά από χωρικές/θεσμικές ρυθμίσεις της συγκυρίας ωθούν:

Πρώτο, προς την αποστέρηση πόρων, υλικών και άυλων: των ανοιχτών και πράσινων χώρων· της πρόσβασης στην παραλία και τον αιγιαλό· δασικών εκτάσεων και περιοχών περιβαλλοντικής προστασίας· τόπων και τοπίων ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς κ.α.

Δεύτερο, προς την ιδιωτικοποίηση διαδικασιών: μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα· της δημιουργίας ανώνυμων εταιρειών του δημοσίου· των αμφίβολων διαδικασιών δημόσιας διαβούλευσης και συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών· ειδικών συντετμημένων ή απλοποιημένων αδειοδοτικών διαδικασιών· παράκαμψης διαγωνιστικών διαδικασιών· της έμφασης στην επιτελικότητα της δημόσιας διοίκησης και της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα κ.α.

Τρίτο, προς ευρύτερες θεσμικές μεταλλαγές που αφορούν στην κοινότητα που καθιστά κάτι κοινό. Από τη μια, οι χωρικές/θεσμικές ρυθμίσεις και τα εργαλεία σχεδιασμού όλο και περισσότερο συνδέονται με αμφίβολες συνθήκες διαφάνειας, λογοδοσίας, δημόσιας διαβούλευσης και, τελικά, κοινωνικής νομιμοποίησης, ενεργοποιώντας συχνά κινηματικές διεκδικήσεις από συλλογικότητες. Από την άλλη, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι σήμερα, οι «κατ’ εξαίρεση», «κατά παρέκκλιση», «κατεπείγουσες» χωρικές/θεσμικές ρυθμίσεις της μνημονιακής περιόδου όχι μόνο παραμένουν αλλά και διευρύνονται εμφατικά. Έχουν αποκτήσει κανονιστική ισχύ αλλά και προβάλλουν όλο και περισσότερο ομαλοποιημένες. Το σημείο αυτό παρουσιάζει αφορμές για περαιτέρω προβληματισμό.

Στο έργο της Undoing the Demos,[9] η πολιτική θεωρητικός Wendy Brown εξετάζει πώς οι «αρχές αλήθειας» του νεοφιλελευθερισμού λειτουργούν ως μια «υπονομευτική επανάσταση» που τείνει να αναμορφώσει το κράτος και το υποκείμενο. Μέσα από διαδικασίες διαρκούς «οικονομοποίησης» – και εσωτερίκευσής της στο κοινωνικό σώμα ως κυβερνοοτροπία (governmentality) – ο νεοφιλελευθερισμός διαβρώνει βασικά στοιχεία της δημοκρατίας: αρχές δικαίου, νόμους και ρυθμίσεις, τρόπους σκέψης και λόγου, κουλτούρες και πολιτικά φαντασιακά. Άρα, διαβρώνει το Δήμο ως πολιτικό σώμα και την πολιτειότητα των υποκειμένων, αντιμετωπίζοντάς τους όχι ως πολίτες αλλά μάλλον ως επενδυτές και καταναλωτές. Μάλιστα, για την Μπράουν, η υπονόμευση του Δήμου από το νεοφιλελευθερισμό διαμορφώνει ένα πρόσφορο έδαφος για την άνοδο αντιδημοκρατικών συστημάτων πολιτικής και εξουσίας.[10]

Η κατανόηση του «κυβερνητικού πάρκου» από την οπτική της υφαρπαγής τόσο της πολυλειτουργικής και κοινωνικά πολυσυλλεκτικής κεντρικότητας όσο και της οργανικής σύνδεσης ιστορίας-κοινωνίας-πόλης συμβάλλει, ίσως, στον προβληματισμό για τις πολιτικές και πολιτειακές διαστάσεις των διαδικασιών ιδιωτικοποίησης των κοινών στην πόλη. Σε μια μεταβατική συγκυρία εμπέδωσης των «μεταρρυθμίσεων» της μνημονιακής περιόδου, το «κυβερνητικό πάρκο» – ως σημαντική συνιστώσα πολλών σύγχρονων παρεμβάσεων και αναδιαρθρώσεων – μοιάζει να εκφράζει με ριζικό τρόπο τις ανατροπές στα πρότυπα για την πόλη και το σχεδιασμό: την πορεία από την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση προς ένα πολυεπίπεδο έλλειμμα δημοκρατίας στην πόλη. Και, μαζί, τις συγκλίνουσες και αλληλοτροφοδοτούμενες διαδικασίες υπονόμευσης και του Δήμου και (του κέντρου) της πόλης ως χώρου δημοκρατίας.

Σήμερα, οι αστικές παρεμβάσεις ως χωρικές / θεσμικές ρυθμίσεις, επιχειρούν να συμβάλλουν σε «ριζικές αλλαγές» για την πόλη και την κοινωνία, προοικονομώντας ενδεχομένως «μεταρρυθμίσεις» που ήδη διαφαίνονται. Εκ των πραγμάτων, όμως, η αβεβαιότητα της συγκυρίας – όπως συνυφαίνεται με εντεινόμενες και επιταχυνόμενες κρίσεις – αποτελεί ίσως τον πλέον καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον και τις προοπτικές των εξαγγελλόμενων παρεμβάσεων για την πόλη.


[1] Μια πιο σύντομη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα «Ιδιωτικοποίηση των κοινών στον χώρο της πόλης» σε επιμέλεια Ντίνας Βαΐου και Κωστή Χατζημιχάλη, Εντός Εποχής, τ.2, Μάιος 2021. Περισσότερα εδώ.

[2] Τριάντης, Λ. (2017) Το θεσμικό πλαίσιο του χωρικού σχεδιασμού για το κέντρο της Αθήνας. Όψεις του στρατηγικού και του κανονιστικού σχεδιασμού. Στο Θ. Μαλούτας και Σ. Σπυρέλλης (επιμ.), Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας (http://www.athenssocialatlas.gr/άρθρο/xωρικός-σχεδιασμός/).

[3] Η φράση ανήκει στον Άκη Σκέρτσο, Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, κατά τη διαδικτυακή συνέντευξη τύπου στις 14 Απριλίου 2021.

[4] Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ (2020) Περιφέρεια Αττικής. Ετήσια έκθεση ανταγωνιστικότητας και διαρθρωτικής προσαρμογής στον τομέα του τουρισμού για το έτος 2019. Αθήνα: INSETE intelligence, Δεκέμβριος 2020, κατά το διάστημα 2014-2019 η Αττική σημείωσε ην υψηλότερη αύξηση σε διεθνείς αεροπορικές αφίξεις ανάμεσα στις περιφέρειες (90%), την υψηλότερη  σε απόλυτους αριθμούς αύξησης εσωτερικής κίνησης (48%) και, μαζί με την Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο τη μεγαλύτερη αύξηση αφίξεων σε ξενοδοχειακά καταλύματα (34%). Ο κεντρικός τομέας Αθήνας σημείωσε τη μεγαλύτερη απόλυτη και ποσοστιαία αύξηση επισκεπτών αρχαιολογικών χώρων στην Αττική (74%) και τη μεγαλύτερη αύξηση πληρότητας ξενοδοχείων – χωρίς όμως η πληρότητα να ξεπερνά το 60%. Επιπλέον, ραγδαία ανάπτυξη καταγράφεται για τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στο Δήμο Αθηναίων, όπως ενδεικτικά προκύπτει από τα στοιχεία Inside Airbnb, βλ. http://insideairbnb.com.

[5] Οι αναφορές είναι από κείμενα της Μαρίας Μαντουβάλου όπου συστηματικά αναπτύσσεται ο προβληματισμός για το Κέντρο της Αθήνας, λ.χ.: «Κέντρο πόλης, κοινωνική ανισότητα και πολιτισμική ετερότητα» (1996)· «‘Πρέπει’ να μετακομίσει και το Πολυτεχνείο από το Κέντρο της Αθήνας;» (2009) με τον Γ. Πολύζο· «Κρίση του Κέντρου της Αθήνας» (2010)· «Το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας» (2011) με τους Μ. Σκούφογλου και Χ. Παλιού· και «Σημειώσεις για το Ρυθμιστικό Σχέδιο ως πολιτικό διακύβευμα» (2014).

[6] Lefebvre, H. (2006) Το δικαίωμα στην πόλη. Χώρος και πολιτική. Αθήνα: Κουκκίδα. Μτφρ. Π. Τουρνικιώτης.

[7] Με οικονομικούς όρους, η υφαρπαγή αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή ως υφαρπαγή αστικής γαιοπροσόδου που δημιουργείται από την κεντρικότητα ως αστική συνθήκη, αυτό που η Μ. Μαντουβάλου έχει ονομάσει ως «διαφορική αστική γαιοπρόσοδο κεντρικότητας» όπως «διαμορφώνεται σε περιοχές αστικών συγκροτημάτων, όπου μια αρχική εγκατάσταση υποδομής και λειτουργιών βάσης δημιουργεί εξωτερικές οικονομίες και ζήτηση γηπέδων για την εγκατάσταση και άλλων λειτουργιών υπερτοπικής σημασίας». Βλ. Μαντουβάλου (1996) Αστική γαιοπρόσοδος, τιμές γης και διαδικασίες ανάπτυξης του αστικού χώρου ΙΙ: προβληματική για την ανάλυση του χώρου στην Ελλάδα. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 89-90, σελ. 53-80.

[8] de Angelis, M. και Stavrides, S. (2010) An Architektur: On the Commons: A Public Interview with An Architektur. Eflux, No.17, Ιούνιος 2010. Διαθέσιμο στο: http://www.e-flux.com/journal/on-the-commons-a-public-interview-with-massimo-de-angelis-and-stavros-stavrides/ [πρόσβαση 10 Μαρτίου 2020].

[9] Brown, W. (2015) Undoing the demos. Neoliberalism’s stealth revolution. New York: Zone Books.

[10] Brown, W. (2019) In the ruins of neoliberalism. The rise of antidemocratic politics in the West. New York: Columbia University Press.

%d bloggers like this: